- κληρουργία
- κληρουργία, ἡ,A inheritance, Sm.Ru.4.7.
Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.
Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.
κληρουργία — κληρουργία, ἡ (Α) κληρονομιά. [ΕΤΥΜΟΛ. < κλῆρος + ουργία (< ουργός < Fοργός < ἔργον), πρβλ. δημι ουργία, στιχ ουργία] … Dictionary of Greek
κλήρος — Τμήμα γης που δόθηκε με κλήρωση· ο λαχνός· το μερίδιο κληρονομιάς· η μοίρα, η τύχη. Επίσης κ. ονομάζεται το ιερατείο, δηλαδή το σύνολο των ανώτερων και κατώτερων κληρικών της Εκκλησίας. Στον ανώτερο κ. περιλαμβάνονται οι λειτουργοί που απέκτησαν… … Dictionary of Greek